| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.506.533 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γλώσσα |
0,02 sec. |
|
γλώσσα taal език llenguatge jazyk tunge, sprog Seezunge, Sprache, Zunge flounder, language, sole, tongue, lingo lingvo lengua, lenguaje, idioma keel kieli, puhe langue, sole, langage לשון, שפה jezik nyelv bahasa, lidah mál, tunga, tungumál lingua, linguaggio ことば, 舌, 言葉 혀, 언어 lingua kalba, liežuvis valoda ഭാഷ taal, tong språk, tunge język língua, linguagem, idioma язык jazyk jezik језик tunga, språk мова ngôn ngữ, cái lưỡi 语言, 舌头 لسان, لغة ภาษา, ลิ้น dil ουσ θ γλώσσα ['ɣlosa] 1 το όργανο ομιλίας και γεύσης langue βγάζω τη γλώσσα μου σε κπ tirer la langue à qqn 2 ανθρώπινος κώδικας επικοινωνίας langue Η μητρική μου γλώσσα είναι τα ελληνικά. Ma langue maternelle est le grec. 3 ηλεκτρονικό πρόγραμμα με κανόνες langue γλώσσα προγραμματισμού une langue de programmation 4 ψάρι που έχει το σχήμα της γλώσσας sole βγάζω γλώσσα (σε κπ) μιλάω με αγένεια être insolent/-ente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|