| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.443.603 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γνωρίζω |
0,04 sec. |
|
γνωρίζω kennen introduce, know, meet, recognize, acquaint connaître ρ μετβ γνωρίζω [ɣno'rizo] 2 καταλαβαίνω ποιος είναι reconnaître ρ μεσοπαθ γνωρίζομαι [ɣno'rizome] είμαστε γνωστοί se connaître Γνωρίζονται από παλιά. Ils se connaissent depuis longtemps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|