Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.108.267 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γνωστός
(προωθήθηκε από γνωστός και ως)

0,03 sec.
γνωστός acquaintance, known, familiar, friend, famous connaissance, connu مشهور známý kendt bekannt conocido tunnettu znan noto 知られている 알려진 bekend kjent znany conhecido известный känd เป็นที่รู้จัก bilinen được biết 知名的
επίθ α / θ / ουδ γνωστός, γνωστή, γνωστό [ɣno'stos, ɣno'sti, ɣno'sto]
που τον ξέρει πολύς κόσμος connu/-uenotoire
γνωστός ζωγράφος peintre connu/célèbre
£££Είναι γνωστό κάθαρμα! £££C'est un bandit notoire !
γνωστός και ως
που τον ξέρει κν και με άλλο όνομα connu sous le nom de
ουσ α / θ γνωστός, γνωστή
που τον ξέρω από πριν connaissance
παλιός γνωστός une vieille connaissance
Έχω πολλούς γνωστούς. Je connais beaucoup de monde.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.