| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.915.724 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γνώστης |
0,01 sec. |
|
γνώστης judge, knowledgeable حسن الاطلاع inteligentní vidende kenntnisreich entendido tietäväinen instruit upućen bene informato 見識のある 박식한 op de hoogte velinformert dobrze poinformowany instruído осведомленный kunnig มีความรู้ bilgili am hiểu 知识渊博的 ουσ α / θ γνώστης, γνώστρια ['ɣnostis, 'ɣnostria] που ξέρει καλά ένα θέμα connaisseur/-euse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|