| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.852.305 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γονατίζω |
0,02 sec. |
|
γονατίζω s'agenouiller, se mettre à genoux, s’agenouiller genuflect, kneel يَركَع klečet knæle knien arrodillarse polvistua klečati inginocchiarsi ひざを曲げる 무릎을 꿇다 knielen knele klęknąć ajoelhar-se становиться на колени stå på knä คุกเข่า diz çökmek quỳ 跪 ρ αμετβ γονατίζω [ɣona'tizo] λυγίζω τα πόδια και στέκομαι στα γόνατα s'agenouillerse mettre à genoux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|