| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.099.076 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γονυπετώ |
0,02 sec. |
|
γονυπετώ genuflect, kneel down γονυπετώ يَسجُد γονυπετώ kleknout γονυπετώ knæle γονυπετώ niederknien γονυπετώ arrodillarse γονυπετώ polvistua γονυπετώ s’agenouiller γονυπετώ kleknuti γονυπετώ inginocchiarsi γονυπετώ ひざまずく γονυπετώ 굴복하다 γονυπετώ knielen γονυπετώ falle på kne γονυπετώ klęknąć γονυπετώ ajoelhar-se γονυπετώ преклонять колени γονυπετώ böja (sig) ner γονυπετώ คุกเข่าลง γονυπετώ diz çökmek γονυπετώ quỳ xuống γονυπετώ 跪下 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|