| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.612.496 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γούρι |
0,02 sec. |
|
|
γούρι
ουσ ουδ γούρι ['ɣuri] αντικείμενο που φέρνει τύχη porte-bonheur Το έχω για γούρι. C'est mon porte-bonheur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|