| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.613.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γράφω |
0,01 sec. |
|
|
γράφω schreiben write, book, record escribir écrire scrivere scribere schrijven pisać, napisać yazmak يَكْتُب napsat skrive kirjoittaa pisati 書く 글씨를 쓰다 skrive escrever писать skriva เขียน viết 写
ρ μετβ γράφω ['ɣrafo] 1 αποτυπώνω κείμενο με μολύβι ή στιλό écrire γράφω ένα γράμμαένα μυθιστόρημα écrire une lettre/un roman 2 συνθέτω écrirecomposer γράφω μουσική composer de la musique 4 βάζω πρόστιμο donner une contravention Με έγραψε η αστυνομία. J'ai attrapé une contravention de la police. 5 δίνω διαγώνισμα passer un examen £££γράφω διαγώνισμα ιστορία passer l'examen d'histoire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|