| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.351.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γρήγορος |
0,01 sec. |
|
γρήγορος fast, quick, prompt, rapid rapida rapide schnell, zügig سريع rychlý hurtig rápido nopea brz veloce 素早い, 速い 빠른 snel hurtig, kvikk szybki rápido быстрый snabb เร็ว, รวดเร็ว çabuk, hızlı nhanh 快的, 快速的 επίθ α / θ / ουδ γρήγορος, γρήγορη, γρήγορο ['ɣriɣoros, 'ɣriɣori, 'ɣriɣoro] 2 που γίνεται με μεγάλη ταχύτητα rapide 3 σύντομος prompt, prompte γρήγορη ανάρρωση un prompt rétablissement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|