Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.351.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γρήγορος

0,01 sec.
γρήγορος fast, quick, prompt, rapid rapida rapide schnell, zügig سريع rychlý hurtig rápido nopea brz veloce 素早い, 速い 빠른 snel hurtig, kvikk szybki rápido быстрый snabb เร็ว, รวดเร็ว çabuk, hızlı nhanh 快的, 快速的
επίθ α / θ / ουδ γρήγορος, γρήγορη, γρήγορο ['ɣriɣoros, 'ɣriɣori, 'ɣriɣoro]
1 που κινείται με μεγάλη ταχύτητα rapide
γρήγορο αυτοκίνητο une voiture rapide
2 που γίνεται με μεγάλη ταχύτητα rapide
γρήγορη ανάγνωση une lecture rapide
απλό και γρήγορο γλυκό un gâteau simple et rapide
3 σύντομος prompt, prompte
γρήγορη ανάρρωση un prompt rétablissement
επίρρ γρήγορα ['ɣriɣora] με μεγάλη ταχύτητα viterapidement
φεύγω γρήγορα se tailler


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.