| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.626.826 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γραμμή |
0,02 sec. |
|
|
γραμμή line, row ligne خط čára line Linie línea viiva crta linea 線 선 regel linje linia linha линия linje เส้นบรรทัด çizgi đường kẻ 直线 קו
ουσ θ γραμμή [ɣra'mi] 2 σύνδεση association; rapprochement τηλεφωνική γραμμή une ligne téléphonique 6 σιλουέτα ligne προσέχω τη γραμμή μου faire attention à sa ligne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|