Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.896.626.826 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γραμμή

0,02 sec.
γραμμή line, row ligne خط čára line Linie línea viiva crta linea regel linje linia linha линия linje เส้นบรรทัด çizgi đường kẻ 直线 קו
ουσ θ γραμμή [ɣra'mi]
1 ευθεία που χαράσσουμε με μολύβι ligne
τραβάω μια γραμμή tracer une ligne
2 σύνδεση association; rapprochement
τηλεφωνική γραμμή une ligne téléphonique
3 η ειδική κατασκευή πάνω στην οποία κυλούν τα τρένα rail
γραμμές τρένου les rails du train
4 οδηγίες directive
δίνω γραμμή donner une directive
5 δρομολόγιο, διαδρομή ligne
γραμμή μετρό une ligne de métro
6 σιλουέτα ligne
προσέχω τη γραμμή μου faire attention à sa ligne
7 σειρά κειμένου ligne
Διάβασε την πρώτη σειρά. Lis la première ligne.
σε γενικές γραμμές
γενικά dans les grandes lignes


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.