| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.879.220 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γραμματέας |
0,02 sec. |
|
γραμματέας secrétaire amanuensis, secretary سكرتير sekretářka sekretær Sekretär secretario sihteeri sekretarica segretario 秘書 비서 secretaresse sekretær sekretarz secretário секретарь sekreterare เลขานุการ sekreter thư ký 秘书 ουσ α/θ γραμματέας [ɣrama'teas] προσωπικός βοηθός ανώτερου στελέχους secrétaire ιδιαιτέρα γραμματέας une secrétaire privée ο γενικός γραμματέας ανώτερο στέλεχος οργανισμού le Secrétaire général Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|