| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.607.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γραπώνω |
0,02 sec. |
|
γραπώνω grasp, snatch agripper, attraper, saisir يخْتَطِف, يَقْبِض على popadnout, uchopit fatte, snuppe festhalten, schnappen arrebatar, captar saada ote jostakin, siepata shvatiti, ugrabiti afferrare, strappare しっかりつかむ, ひったくる 낚아채다, 붙잡다 grijpen, rukken fatte, snappe (s)chwycić agarrar схватывать, хватать(ся) fatta, stjäla คว้า kapmak, kavramak giật lấy, nắm chặt 抓住, 攫取 ρ μετβ γραπώνω [ɣra'pono] αρπάζω κτ και το σφίγγω empoigner ρ μεσοπαθ γραπώνομαι [ɣra'ponome] γαντζώνομαι από κάπου se cramponner γραπώνομαι από ένα κλαδί se cramponner à une branche Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|