| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.199.603 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γριά |
0,03 sec. |
|
|
γριά
ουσ θ γριά [ɣri'a] γυναίκα μεγάλης ηλικίας vieille (femme) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|