| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.581.032 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γυαλίζω |
0,06 sec. |
|
γυαλίζω polish, shine, glitter briller, cirer, clarifier, nettoyer, perfectionner, polir, raffiner, reluire يَجلو السطح vyleštit polere polieren lustrar kiillottaa laštati lucidare つやを出す 닦다 poetsen polere wypolerować polir полировать polera ขัดให้ขึ้นเงา cilalamak đánh bóng 擦亮 ρ μετβ γυαλίζω [ja'lizo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|