| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.788.441 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γυμνώνω |
0,04 sec. |
|
γυμνώνω strip, bare يَكْشِف عن odhalit blotte entblößen descubrirse paljastaa dénuder ogoliti scoprire むき出しにする 드러내다 ontbloten blottlegge obnażyć despir обнажать blotta ทำให้โล่ง เปิดเผยออกมา açığa çıkarmak cởi bỏ 露出 ρ γυμνώνω [ʝi'mnono] γδύνω dénuderdéshabiller ρ μεσοπαθ γυμνώνομαι [ʝi'mnonome] se mettre nuse dénuder Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|