| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.828.888 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γυναίκα |
0,03 sec. |
|
γυναίκα vrou dona žena woman, wife, female naine زن nainen אישה žena, ženka kona 女性 여성, 여자 femina kvinne kobieta женщина, особа женского пола žena ženska kvinna kadın жінка đàn bà, giống cái Frau mujer, hembra femme, femelle أنثى, امرأة kvinde donna, femmina vrouw fêmea, mulher เพศหญิง, ผู้หญิง 女人, 女性 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|