| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.761.254 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γυναικείος |
0,02 sec. |
|
γυναικείος feminine, womanly femenino féminin مؤنث ženský feminin feminin naisellinen ženstven femminile 女らしい 여자다운 vrouwelijk feminin kobiecy feminino женский feminin เกี่ยวกับเพศหญิง kadınsı nữ tính 女性的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|