Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.761.254 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γυναικείος

0,02 sec.
γυναικείος feminine, womanly femenino féminin مؤنث ženský feminin feminin naisellinen ženstven femminile 女らしい 여자다운 vrouwelijk feminin kobiecy feminino женский feminin เกี่ยวกับเพศหญิง kadınsı nữ tính 女性的
επίθ α / θ / ουδ γυναικείος, γυναικεία, γυναικείο [ʝine'cios, ʝine'cia, ʝine'cio]
1 που αφορά γυναίκες de femme
γυναικεία μυστικά les secrets de femmes
γυναικεία ρούχα les vêtements de femme/pour femmes
2 που χαρακτηρίζει τις γυναίκες féminin/-ine
έχω γυναικείο περπάτημα avoir une démarche féminine
γυναικείο κίνημα
κίνημα για τα δικαιώματα της γυναίκας le mouvement féministe


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.