| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.352.303 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γυρίζω |
0,03 sec. |
|
γυρίζω return, turn, veer, turn around, turn round يَتَبَنى توجها جديدا otočit (se) vende om umdrehen darse la vuelta kääntyä ympäri faire demi-tour okrenuti girarsi 方向転換する 회전시키다 omdraaien dreie rundt obrócić dar meia-volta поворачиваться vända หมุนกลับ dönmek quay tròn 回头 ρ μετβ γυρίζω [ʝi'rizo] γυρίζω ταινία κινηματογραφώ tourner un film Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|