Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.040.058 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δάσκαλος

0,02 sec.
δάσκαλος mestre instructor, master, teacher, tutor, schoolteacher maestro, profesor opettaja instituteur, maître, professeur מורה tanár, tanító maestro, insegnante 先生, 教師, 学校教師 mokytojas leraar, onderwijzer, schoolmeester lærer nauczyciel, nauczycielka, nauczyciel w szkole mestre, professor учитель, учительница, школьный учитель lärare muallim, öğretmen مُدَرِّس, مدرس učitel lærer, skolelærer Lehrer učitelj 교사 ครู, ครูสอนนักเรียน giáo viên, giáo viên phổ thông 中小学老师, 教师
ουσ α / θ δάσκαλος, δασκάλα ['ðaskalos, ða'skala]
1 που διδάσκει κτ professeur
η δασκάλα του πιάνου le professeur du piano
2 που διδάσκει στο δημοτικό σχολείο instituteur/-trice; maître, maîtresse (d'école)
η δασκάλα της πρώτης τάξης l'institutrice de première année


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.