| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.268.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δάσκαλος |
0,03 sec. |
|
|
δάσκαλος mestre instructor, master, teacher, tutor, schoolteacher maestro, profesor opettaja instituteur, maître, professeur מורה tanár, tanító maestro, insegnante 先生, 教師, 学校教師 mokytojas leraar, onderwijzer, schoolmeester lærer nauczyciel, nauczycielka, nauczyciel w szkole mestre, professor учитель, учительница, школьный учитель lärare muallim, öğretmen مُدَرِّس, مدرس učitel lærer, skolelærer Lehrer učitelj 교사 ครู, ครูสอนนักเรียน giáo viên, giáo viên phổ thông 中小学老师, 教师, 老师 учител 老師
ουσ α / θ δάσκαλος, δασκάλα ['ðaskalos, ða'skala] 1 που διδάσκει κτ professeur η δασκάλα του πιάνου le professeur du piano Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|