| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.914.148 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δάσκαλος |
0,01 sec. |
|
δάσκαλος mestre instructor, master, teacher, tutor, schoolteacher maestro, profesor opettaja instituteur, maître, professeur מורה tanár, tanító maestro, insegnante 先生, 教師, 学校教師 mokytojas leraar, onderwijzer, schoolmeester lærer nauczyciel, nauczycielka, nauczyciel w szkole mestre, professor учитель, учительница, школьный учитель lärare muallim, öğretmen مُدَرِّس, مدرس učitel lærer, skolelærer Lehrer učitelj 교사 ครู, ครูสอนนักเรียน giáo viên, giáo viên phổ thông 中小学老师, 教师 ουσ α / θ δάσκαλος, δασκάλα ['ðaskalos, ða'skala] 1 που διδάσκει κτ professeur η δασκάλα του πιάνου le professeur du piano Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|