Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.275.004 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δέντρο

0,02 sec.
δέντρο boom arbre strom træ Baum tree arbo árbol, eje puu arbre, pépinière fa pohon tré albero arbor koks boom tre drzewo árvore pom träd ağaç شجرة drvo 나무 дерево ต้นไม้ cây
ουδ ουσ δέντρο, δένδρο ['ðendro, 'ðenðro]
1 φυτό με κορμό και κλαδιά που ξεκινούν από ψηλά arbre
σκαρφαλώνω σε ένα δέντρο grimper sur un arbre
2 σχέδιο σε σχήμα δέντρου arbre
γενεαλογικό δέντρο un arbre généalogique


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.