| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.686.225 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δένω |
0,01 sec. |
|
δένω bind, tie, fasten, knot, thicken attacher, lier binden يُقيِّد převázat binde atar sitoa vezati legare 縛る 매다 vastknopen knytte przywiązać amarrar завязывать knyta ผูกให้แน่น bağlamak buộc 扎 ρ μετβ δένω ['ðeno] 2 στερεώνω κτ με σκοινί attacher δένω τα παπούτσια μου attacher ses chaussures 5 καλύπτω με ύφασμα, επίδεσμο bander ρ αμετβ δένω ρ μεσοπαθ δένομαι ['ðenome] αισθάνομαι πολύ κοντά με κπ s'attacher à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|