Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.281.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δένω τα μάτια

0,03 sec.
δένω τα μάτια يَعْصِبُ العينين
δένω τα μάτια zavázat oči
δένω τα μάτια give bind for øjnene
δένω τα μάτια die Augen verbinden
δένω τα μάτια blindfold
δένω τα μάτια vendar los ojos
δένω τα μάτια sitoa silmät
δένω τα μάτια bander les yeux
δένω τα μάτια zavezati oči
δένω τα μάτια bendare gli occhi
δένω τα μάτια 目隠しする
δένω τα μάτια 눈을 가리다
δένω τα μάτια blinddoeken
δένω τα μάτια ta bind for øynene
δένω τα μάτια zawiązać (komuś) oczy
δένω τα μάτια vendar
δένω τα μάτια завязывать глаза
δένω τα μάτια binda för ögonen på
δένω τα μάτια เอาผ้าปิดตา
δένω τα μάτια gözlerini bağlamak
δένω τα μάτια bịt mắt
δένω τα μάτια 蒙上眼睛


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.