| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.281.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δένω τα μάτια |
0,03 sec. |
|
|
δένω τα μάτια يَعْصِبُ العينين δένω τα μάτια zavázat oči δένω τα μάτια give bind for øjnene δένω τα μάτια die Augen verbinden δένω τα μάτια blindfold δένω τα μάτια vendar los ojos δένω τα μάτια sitoa silmät δένω τα μάτια bander les yeux δένω τα μάτια zavezati oči δένω τα μάτια bendare gli occhi δένω τα μάτια 目隠しする δένω τα μάτια 눈을 가리다 δένω τα μάτια blinddoeken δένω τα μάτια ta bind for øynene δένω τα μάτια zawiązać (komuś) oczy δένω τα μάτια vendar δένω τα μάτια завязывать глаза δένω τα μάτια binda för ögonen på δένω τα μάτια เอาผ้าปิดตา δένω τα μάτια gözlerini bağlamak δένω τα μάτια bịt mắt δένω τα μάτια 蒙上眼睛 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|