| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.285.203 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δέσμη |
0,01 sec. |
|
|
δέσμη bundle, bunch, packet faisceau, bouquet حزمة kytice flok Bündel manojo, ramo, paquete nippu svežanj mazzo 束 송이 bosje knippe wiązka ramo, pacote связка klase กลุ่ม พวง รวง เครือ demet búi 串, 包 пакет 包 החבילה
ουσ θ δέσμη ['ðezmi] σύνολο εγγράφων, χαρτιών κ.λπ. liasse μία δέσμη χαρτονομίσματα une liasse de billets δέσμη φωτός σύνολο ακτίνων un faisceau lumineux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|