| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.583.870 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δέσμη |
0,02 sec. |
|
δέσμη bundle, bunch, packet faisceau, bouquet حزمة kytice flok Bündel manojo, ramo nippu svežanj mazzo 束 송이 bosje knippe wiązka ramo связка klase กลุ่ม พวง รวง เครือ demet búi 串 ουσ θ δέσμη ['ðezmi] σύνολο εγγράφων, χαρτιών κ.λπ. liasse μία δέσμη χαρτονομίσματα une liasse de billets δέσμη φωτός σύνολο ακτίνων un faisceau lumineux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|