| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.769.249.042 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δέχομαι |
0,04 sec. |
|
δέχομαι annehmen, akzeptieren accept recibir, aceptar accepter, accueillir, admettre, adopter, agréer, comporter, recevoir, recueillir, revêtir, souffrir يَقْبَل přijmout accept hyväksyä prihvatiti accettare 受け入れる 받아들이다 accepteren godta przyjąć aceitar делать ударение acceptera ยอมรับ kabul etmek chấp nhận 接受 ρ μετβ δέχομαι ['ðexome] 3 παραδέχομαι admettreacquiescer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|