Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.587.742 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δέχομαι
(προωθήθηκε από δέχομαι επίθεση)

0,02 sec.
δέχομαι annehmen, akzeptieren accept recibir, aceptar accepter, accueillir, admettre, adopter, agréer, comporter, recevoir, recueillir, revêtir, souffrir يَقْبَل přijmout accept hyväksyä prihvatiti accettare 受け入れる 받아들이다 accepteren godta przyjąć aceitar делать ударение acceptera ยอมรับ kabul etmek chấp nhận 接受
ρ μετβ δέχομαι ['ðexome]
1 παίρνω recevoir
δέχομαι μια προσφορά accepter une offre
2 απαντάω θετικά accepter
δέχομαι πρόσκληση accepter l'invitation
3 παραδέχομαι admettreacquiescer
δέχομαι την πραγματικότητα admettre la réalité
4 έχω κόσμο στο σπίτι recevoir
δέχομαι καλεσμένους recevoir ses invités
δέχομαι επίθεση
είμαι θύμα επίθεσης être agressé


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.