| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.296.561 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δίδακτρα |
0,01 sec. |
|
|
δίδακτρα fee, tuition fees رسوم التعليم školné betaling for undervisning Unterrichtsgebühr matrícula lukukausimaksu frais d’inscription školarina tasse universitarie 授業料 수업료 schoolgeld skolepenger czesne propinas, taxa de ensino плата за обучение skolavgift ค่าเล่าเรียน öğretim ücreti học phí 学费
ουσ ουδ πληθυντικός δίδακτρα ['ðiðaktra] χρήματα για εγγραφή σε κπ μάθημα ή σχολείο frais d'études Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|