Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.398.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δίκαιος

0,01 sec.
δίκαιος fair, just عادل spravedlivý rimelig gerecht justo kohtuullinen juste razuman giusto 公正な 공평한 redelijk rimelig dostateczny justo справедливый rättvis สมเหตุสมผล adil hợp lý 公平的
επίθ α / θ / ουδ δίκαιος, δίκαιη, δίκαιο ['ðiceos, 'ðicei, 'ðiceo]
1 αντικειμενικός, σωστός juste
δίκαιη απόφαση une décision juste
Δεν είναι δίκαιο. Ce n'est pas juste.
2 ίσος équitable
δίκαιη μοιρασιά un partage équitable
ουσ ουδ δίκαιο
το σύνολο των κανόνων μιας κοινωνίας, ενός κράτους droit
το διεθνές δίκαιο le droit international
το αστικό δίκαιο
σχετικό με την ιδιωτική ζωή le droit civil


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.