| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.628.084 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δίνη |
0,03 sec. |
|
δίνη eddy, maelstrom, swirl, whirlpool ουσ θ δίνη ['ðini] 1 ανεμοστρόβιλος ouragan θαλάσσια δίνη un tourbillon maritime 2 αναστάτωση fatigue στη δίνη των γεγονότων dans le tourbillon des événements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|