| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.310.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δίνω |
0,02 sec. |
|
|
δίνω give, hand, proffer donner geven, overhandigen dare, aiutare дать, давать يُسَلِم إلى, يُعْطِي dát, podat give, overrække geben dar, entregar antaa, ojentaa dati, predati 与える, 手渡す ...에게 ...을 주다, 건네 주다 gi dać, wręczyć dar, entregar ge, räcka ให้, ส่งให้ vermek cho, trao tay 交给, 给
ρ μετβ δίνω ['ðino] δίνω πίσω επιστρέφω retourner δίνω την άδεια σε κπ επιτρέπω donner la permission à qqn δίνω υπόσχεση σε κπ υπόσχομαι promettre ρ μεσοπαθ δίνομαι ['ðinome] 1 αφιερώνομαι se consacrer δίνομαι στη δουλειά μου se consacrer à son travail 2 προσφέρομαι se présenter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|