| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.314.173 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δίπλωμα |
0,03 sec. |
|
|
δίπλωμα diploma, folding, degree diplôme diploma دبلوما diplom diplom Diplom diploma diplomi diploma diploma 免状 졸업장 diploma diplom dyplom диплом diplom ประกาศนียบัตร diploma văn bằng 文凭 Диплома 文憑
ουσ ουδ δίπλωμα ['ðiploma] έγγραφο τέλους σπουδών ή εκμάθησης diplôme; brevet δίπλωμα πανεπιστημίου un diplôme universitaire δίπλωμα αυτοκινήτου un permis de conduire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|