Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.315.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δίπλωμα οδήγησης

0,03 sec.
δίπλωμα οδήγησης رُخْصَة القيادة
δίπλωμα οδήγησης řidičský průkaz
δίπλωμα οδήγησης kørekort
δίπλωμα οδήγησης Führerschein
δίπλωμα οδήγησης driver’s license, driving licence
δίπλωμα οδήγησης carné de conducir, licencia de conducción
δίπλωμα οδήγησης ajokortti
δίπλωμα οδήγησης permis de conduire
δίπλωμα οδήγησης vozačka dozvola
δίπλωμα οδήγησης patente di guida
δίπλωμα οδήγησης 運転免許証
δίπλωμα οδήγησης 운전 면허증
δίπλωμα οδήγησης rijbewijs
δίπλωμα οδήγησης førerkort
δίπλωμα οδήγησης prawo jazdy
δίπλωμα οδήγησης carta de condução, carteira de habilitação
δίπλωμα οδήγησης водительские права
δίπλωμα οδήγησης körkort
δίπλωμα οδήγησης ใบขับขี่
δίπλωμα οδήγησης sürücü ehliyeti
δίπλωμα οδήγησης bằng lái xe
δίπλωμα οδήγησης 驾照


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.