Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.167.807 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δίσεκτο έτος

0,02 sec.
δίσεκτο έτος سَنة كبيسة
δίσεκτο έτος přestupný rok
δίσεκτο έτος skudår
δίσεκτο έτος Schaltjahr
δίσεκτο έτος leap year
δίσεκτο έτος año bisiesto
δίσεκτο έτος karkausvuosi
δίσεκτο έτος année bissextile
δίσεκτο έτος prestupna godina
δίσεκτο έτος anno bisestile
δίσεκτο έτος うるう年
δίσεκτο έτος 윤년
δίσεκτο έτος schrikkeljaar
δίσεκτο έτος skuddår
δίσεκτο έτος rok przestępny
δίσεκτο έτος ano bissexto
δίσεκτο έτος високосный год
δίσεκτο έτος skottår
δίσεκτο έτος ปีที่มีวันที่ ๒๙ กุมภาพันธ์
δίσεκτο έτος artık yıl
δίσεκτο έτος năm nhuận
δίσεκτο έτος 闰年


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.