| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.331.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δαμάσκηνο |
0,02 sec. |
|
|
δαμάσκηνο plum prune śliwka برقوق švestka blomme Pflaume ciruela, Plum luumu šljiva susina プラム 서양자두 pruim plomme ameixa, Plum слива plommon ลูกพลัม erik quả mận 李子 Слива שזיף
ουσ ουδ δαμάσκηνο [ða'mascino] φρούτο, ο καρπός της δαμασκηνιάς prune ουσ θ δαμασκηνιά [ðamasci'ɲa] είδος οπωροφόρου δέντρου figuier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|