| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.861.126 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δανείζομαι |
0,04 sec. |
|
δανείζομαι borrow δανείζομαι lenen δανείζομαι يَِستديِِِن δανείζομαι půjčit (si) δανείζομαι låne δανείζομαι borgen δανείζομαι pedir prestado δανείζομαι lainata joltakulta δανείζομαι emprunter δανείζομαι posuditi δανείζομαι prendere in prestito δανείζομαι 借りる δανείζομαι 빌리다 δανείζομαι låne δανείζομαι pożyczyć δανείζομαι pedir emprestado, tomar emprestado δανείζομαι занимать δανείζομαι låna δανείζομαι ยืม δανείζομαι ödünç almak δανείζομαι mượn δανείζομαι 借 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|