| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.873.710 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δανείζω |
0,01 sec. |
|
δανείζω loan, lend يُقْرض, يُقرِض مالا půjčit låne leihen, verleihen prestar lainata jollekulle prêter posuditi, uzajmiti prestare 貸し付ける, 貸す 빌려주다 lenen, uitlenen låne bort, låne ut pożyczyć emprestar давать взаймы, ссужать låna, låna ut ให้กู้เงิน, ให้ยืม ödünç vermek cho mượn, cho vay 借给 ρ μετβ δανείζω [ða'nizo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|