| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.347.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δείγμα |
0,01 sec. |
|
|
δείγμα sample, specimen, handout, token muestra échantillon образец عينة vzorek prøve Probe näyte uzorak campione 見本 샘플 voorbeeld prøve próbka amostra prov ตัวอย่าง örnek mẫu 样例 דוגמה
ουσ ουδ δείγμα ['ðiɣma] 1 ενδεικτικό στοιχείο signe; indice δείγμα καλής θέλησης signe de bonne volonté 2 μικρή ποσότητα από κτ για δοκιμή échantillon δείγματα χρωμάτων des échantillons de couleur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|