| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.493.821 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δείχνω |
0,01 sec. |
|
δείχνω point, demonstrate, display, indicate, show montrer, montrer du doigt يُشير, يَعْرِض ukázat pege, vise zeigen mostrar, señalar näyttää, osoittaa pokazati, uprijeti mostrare, puntare 指し示す, 見せる 보여주다, 위치(방향)를 가리키다 tonen, wijzen peke, (frem)vise pokazać, wskazać apontar, mostrar показывать, указывать peka, visa แสดง, ชี้ göstermek chỉ, cho thấy 展示, 指向 ρ μετβ δείχνω ['ðixno] 1 κάνω κπ να κοιτάξει εκεί που κατευθύνεται το δάχτυλό μου montrer 3 συμπεριφέρομαι se conduirese comporter δείχνω ψυχραιμία faire preuve de sang-froid 5 φαίνομαι se refléter Θα σου δείξω εγώ! απειλή menace Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|