| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.717.356 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δεδομένος |
0,02 sec. |
|
δεδομένος [ðeðo'menos, ðeðo'meni, ðeðo'meno] 1 αυτός που ισχύει donné/-ée σύμφωνα με τις δεδομένες συνθήκες étant donné la situation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|