| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.379.229 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δεκτός |
0,01 sec. |
|
|
δεκτός acceptable aanvaard قبلة 接受 接受 přijato accepteret hyväksytty קיבל 허용
επίθ α / θ / ουδ δεκτός, δεκτή, δεκτό [ðek'tos, ðek'ti, ðek'to] για το οποίο δεν προβάλλεται αντίρρηση admis/-iseaccepté/-ée γίνομαι δεκτός σε être admis à H πρόταση έγινε δεκτή. La proposition a été acceptée. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|