| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.043.224 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δεκτός |
0,01 sec. |
|
δεκτός acceptable επίθ α / θ / ουδ δεκτός, δεκτή, δεκτό [ðek'tos, ðek'ti, ðek'to] για το οποίο δεν προβάλλεται αντίρρηση admis/-iseaccepté/-ée γίνομαι δεκτός σε être admis à H πρόταση έγινε δεκτή. La proposition a été acceptée. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|