Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.650.977 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δεξιοτεχνικός

0,04 sec.
δεξιοτεχνικός ماهر
δεξιοτεχνικός kvalifikovaný
δεξιοτεχνικός dygtig
δεξιοτεχνικός geschickt
δεξιοτεχνικός skilled
δεξιοτεχνικός diestro
δεξιοτεχνικός taitava
δεξιοτεχνικός compétent
δεξιοτεχνικός izvješten
δεξιοτεχνικός esperto
δεξιοτεχνικός 熟練した
δεξιοτεχνικός 숙련된
δεξιοτεχνικός bekwaam
δεξιοτεχνικός erfaren
δεξιοτεχνικός wykwalifikowany
δεξιοτεχνικός hábil
δεξιοτεχνικός умелый
δεξιοτεχνικός skicklig
δεξιοτεχνικός ซึ่งมีความชำนาญ
δεξιοτεχνικός becerikli
δεξιοτεχνικός khéo léo
δεξιοτεχνικός 熟练的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.