| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.986.317 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δεσμεύω |
0,01 sec. |
|
δεσμεύω binden, zubinden bind, commit, tie up يتشارك مع uvázat binde inmovilizar sitoa ficeler zavezati allacciare 固く縛る 긴밀한 관계를 맺다 vastbinden binde sammen zawiązać amarrar привязывать binda fast มัดให้แน่น bağlamak buộc chặt 缚牢 ρ μετβ δεσμεύω [ðe'zmevo] ρ μεσοπαθ δεσμεύομαι [ðez'mevome] υποχρεώνομαι από κπ όρο ή υπόσχεση s'engager δεσμεύομαι να συμμετέχω σε s'engager à participer à Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|