| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.850.788 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δευτερεύων |
0,01 sec. |
|
δευτερεύων accessory, secondary, subordinate clause accessoire, secondaire επίθ α / θ / ουδ δευτερεύων, δευτερεύουσα, δευτερεύον [ðefte'revon, ðefte'revusa, ðefte'revon] που δεν παίζει κύριο ρόλο secondaire δευτερεύων ρόλος un rôle secondaire δευτερεύουσα ερώτηση une question secondaire δευτερεύουσα πρόταση που εξαρτάται από άλλη une proposition subordonnée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|