Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.293.963 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δεύτερος

0,02 sec.
δεύτερος second deuxième, second второй الثاني druhý anden zweiter segundo toinen drugi secondo 二番目の 두 번째의 tweede andre drugi segundo andra ที่สอง ikinci thứ hai 第二的
επίθ α / θ / ουδ δεύτερος, δεύτερη, δεύτερο ['ðefteros, 'ðefteri, 'ðeftero]
που ακολουθεί τον πρώτο deuxièmesecond/-onde
η δεύτερη φάση la seconde phase
βάζω δεύτερη ταχύτητα mettre la deuxième (vitesse)
έρχομαι δεύτερος
κπ είναι πριν από μένα arriver deuxième/en deuxième position
δεύτερο χέρι
μεταχειρισμένο de seconde main

δεύτερη στρώση βαψίματος une deuxième couche
δεύτερο πρόσωπο ενικού/πληθυντικού
στο οποίο απευθυνόμαστε la deuxième personne singulier/pluriel


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.