| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.078.218 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δεύτερος |
0,03 sec. |
|
δεύτερος second deuxième, second второй الثاني druhý anden zweiter segundo toinen drugi secondo 二番目の 두 번째의 tweede andre drugi segundo andra ที่สอง ikinci thứ hai 第二的 επίθ α / θ / ουδ δεύτερος, δεύτερη, δεύτερο ['ðefteros, 'ðefteri, 'ðeftero] έρχομαι δεύτερος κπ είναι πριν από μένα arriver deuxième/en deuxième position δεύτερο χέρι μεταχειρισμένο de seconde main Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|