| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.332.717 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λογαριασμός |
0,02 sec. |
|
λογαριασμός Konto, Rechnung account, bill addition, compte, note حساب, فاتورة رسمية účet konto, regning cuenta lasku, pankkitili račun conto 請求書, 預金口座 계산서, 은행 계좌 rekening konto, regning konto, rachunek conta, conta bancária банковский счет, счет konto, räkning ใบแจ้งหนี้, บัญชีเงินฝาก hesap hoá đơn, tài khoản 帐单, 账户 ουσ α λογαριασμός [loɣarja'zmos] 2 περιγραφή οφειλών facture; adition o λογαριασμός του ηλεκτρικού la facture d'électricité κάνω το λογαριασμό faire l'adition 3 χρήματα σε τράπεζα compte δε δίνω λογαριασμό σε κανένα δεν υπολογίζω κανένα ne rendre compte à personne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|