| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.411.560 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
δηλητηριώδης |
0,03 sec. |
|
|
δηλητηριώδης giftig deleterious, poisonous, venomous venenoso vénéneux, venimeux velenoso ядовитый zehirli سام jedovatý giftig myrkyllinen otrovan 有毒な 유해한 giftig giftig toksyczny venenoso giftig ซึ่งเป็นพิษ độc 有毒的
επίθ α/θ δηλητηριώδης, δηλητηριώδες [ðilitiri'oðis, ðilitiri'oðes] που μπορεί να δηλητηριάσει κπ vénéneux/-euseempoisonné/-ée δηλητηριώδες φίδι un serpent venimeux δηλητηριώδης ουσία toxine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|