Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.051.653 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δηλώνω

0,02 sec.
δηλώνω declare, state déclarer, annoncer يُصَرِح ب, يُعْلِن konstatovat, prohlásit erklære erklären, kundtun declarar julistaa, sanoa izjaviti, ustvrditi dichiarare 断言する, 述べる 선언하다, 진술하다 aankondigen, verklaren erklære podać, zadeklarować declarar заявлять, излагать deklarera, uppge บอกกล่าว, ประกาศ açıklamak, ifade etmek tuyên bố 宣布, 陈述
ρ μετβ δηλώνω [ði'lono]
1 εκφράζω κτ για να γίνει γνωστό annoncerdéclarer
δηλώνω συμμετοχή annoncer sa participation
δηλώνω αποχή déclarer forfait
2 ανακοινώνω proclamer
δηλώνω αθώος proclamer son innocence


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.