Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.209.569 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δημιουργώ

0,02 sec.
δημιουργώ create créer يُبْدِع vytvořit skabe schaffen crear luoda stvoriti creare 創造する 창조하다 maken lage stworzyć criar создавать skapa สร้าง yaratmak tạo ra 创造
ρ μετβ δημιουργώ [ðimiur'go]
1 συλλαμβάνω και κατασκευάζω ή οργανώνω κτ créerconstituer
δημιουργώ μια ομάδα constituer une équipe
δημιουργώ ένα πρόγραμμα créer un projet
δημιουργώ ένα θέαμα produire un spectacle
2 γίνομαι αιτία, προκαλώ créerengendrer
δημιουργώ προβλήματα créer/causer des problèmes
δημιουργώ διπλωματικό επεισόδιο engendrer/provoquer un incident (diplomatique)
ρ μεσοπαθ δημιουργούμαι [ðimiur'ɣume]


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.