| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.745.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
δημοτικός |
0,01 sec. |
|
δημοτικός municipal démotique, municipal municipal επίθ θ / ουδ δημοτικός, δημοτική, δημοτικό [ðimoti'kos, ðimoti'ci, ðimoti'ko] 1 σχετικός με τη δημοτική διοίκηση municipal/-ale δημοτικές εκλογές des élections municipales 2 σχετικός με τη λαϊκή παράδοση folklorique δημοτικό τραγούδι une chanson folklorique ουσ ουδ δημοτικό το δημοτικό σχολείο l'école primaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|