Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.897.440.201 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δημόσιες σχέσεις

0,02 sec.
δημόσιες σχέσεις علاقات عامة
δημόσιες σχέσεις styk s veřejností
δημόσιες σχέσεις reklame
δημόσιες σχέσεις Öffentlichkeitsarbeit
δημόσιες σχέσεις public relations
δημόσιες σχέσεις relaciones públicas
δημόσιες σχέσεις suhdetoiminta
δημόσιες σχέσεις relations publiques
δημόσιες σχέσεις odnosi s javnošću
δημόσιες σχέσεις relazioni pubbliche
δημόσιες σχέσεις 広報
δημόσιες σχέσεις 홍보활동
δημόσιες σχέσεις public relations
δημόσιες σχέσεις PR
δημόσιες σχέσεις public relations
δημόσιες σχέσεις relações públicas
δημόσιες σχέσεις связь с общественностью
δημόσιες σχέσεις PR
δημόσιες σχέσεις ประชาสัมพันธ์
δημόσιες σχέσεις halkla ilişkiler
δημόσιες σχέσεις quan hệ công cộng
δημόσιες σχέσεις 公共关系


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.